Τραγωδία της 23 Ιουλίου: Οι κάτοικοι έσωζαν ανθρώπους με τις μοτοσυκλέτες τους

Οι κάτοικοι μέσα από την μανιασμένη φωτιά έβγαζαν μόνοι τους, τους καμένους και τραυματισμένους πολίτες, με την αστυνομία να απαντά: “Είναι επικίνδυνο, δεν έχουμε τέτοιες εντολές”. Νέες μαρτυρίες στο News 24/7.


Εάν αγαπάς την περιοχή του Ματιού η μένεις στην περιοχή και θες να γίνεις ο ανταποκριτής η ο αρθρογράφος μας η να μας στέλνεις νέα και θέματα που αφορούν το Μάτι έλα σε επαφή μαζί μας από εδώ.


Η δημοσιοποίηση του εισαγγελικού πορίσματος για τη φωτιά στο Μάτι, ανέδειξε εκ νέου την έλλειψη συντονισμού του μηχανισμού αλλά και τον τρόπο αντιμετώπισης των πολιτών που εκείνες τις ώρες της 23ης Ιουλίου 2018 έβλεπαν τις φλόγες να τους κυνηγούν. Δύο κάτοικοι που προσπαθούσαν να σώσουν συγγενείς και γείτονες με ίδια μέσα, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσαν να κινητοποιήσουν τις Αρχές, μιλούν στο News 24/7.

Με μια μοτοσυκλέτα έβγαλε από τις φλόγες 18 ανθρώπους. Ο Αλέξης Ανδρονόπουλος, όταν ενημερώθηκε για την πυρκαγιά στον Βουτζά, το απόγευμα της 23  Ιουλίου, αρχικά δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Εκείνος βρισκόταν στην δουλειά του στο Νέο Ηράκλειο. Αφού ενημερώθηκε πως η φωτιά κατεβαίνει στο Μάτι, πήρε τη μοτοσυκλέτα του, και στις 18:30 βρισκόταν στην διασταύρωση της Λεωφόρου Μαραθώνος προς Ραφήνα. Εκεί συνάντησε το μπλόκο της τροχαίας. «Μου έβγαλαν τα κλειδιά από τη μηχανή και μου είπαν πως απαγορεύεται να προσεγγίσω. Αφού τσακωθήκαμε για λίγη ώρα κατάφερα να περάσω. Ήθελα να πάω στο σπίτι μου στην γωνία Ποσειδώνος και Περικλέους, στον παραλιακό δρόμο στο Μάτι».

Ο κ. Ανδρονόπουλος, προχώρησε για λίγα μέτρα επί της Μαραθώνος και βρέθηκε μπροστά στα Πυροσβεστικά οχήματα. «Μίλησα με τον Πυραγό και του ζήτησα να περάσω, γιατί ήξερα πως στην πολυκατοικία μας βρίσκονται πολλοί ηλικιωμένοι. Μου είπε πως απαγορεύεται. Ρώτησα αν μπορώ να πάω παραλιακά μέσω της Ραφήνας. Μου απάντησε πως η φωτιά πρέπει να έχει φτάσει στη θάλασσα».

Παρακούοντας τις οδηγίες επέστρεψε στη διασταύρωση της Ραφήνας επιχείρησε να πλησιάσει από το Κόκκινο Λιμανάκι. «Εκεί δεν υπήρχε φύλαξη και όποιος περνούσε έμπαινε μέσα στη φωτιά. Κινήθηκα από τον δρόμο μέχρι που άρχισα να καίγομαι. Έπεφταν πάνω μου αναμμένα κάρβουνα μεγέθους καρυδιού. Φοβήθηκα και επέστρεψα στο μπλόκο, όπου μαζί με άλλους ψάχναμε να δούμε πώς θα μπούμε στο Μάτι».

Συνομιλώντας με έναν από τους αστυνομικούς της Τροχαίας, ο Αλέξης Ανδρονόπουλος ρώτησε αν έχουν κατέβει δυνάμεις της Αστυνομίας μέσα στον οικισμό. Όπως λέει, του απάντησε: «Κύριε καίγεται το Μάτι, το έχετε καταλάβει;». Του είπα: «Εσύ το έχεις καταλάβει; Εμένα τι μου το λες; Εγώ πρέπει να τους σώσω; Η αστυνομία δεν πρέπει να κατέβει;»

Περίπου στις 20:30 αποφάσισε να περάσει μέσω της Μαραθώνος και να μπει από τον κεντρικό δρόμο, την Κυανής Ακτής, μέσα στο Μάτι. Έφτασε στην Ποσειδώνος, την παραλιακή οδό της περιοχής και κατευθύνθηκε στην πολυκατοικία που βρίσκεται το σπίτι του. «Στη διασταύρωση έξω από την πολυκατοικία τα αυτοκίνητα ακόμα ανατινάσσονταν. Το τοπίο ήταν πολεμικό» θυμάται. «Όταν μπήκα στην πολυκατοικία, πήρα μια ηλικιωμένη γυναίκα που βρήκα μπροστά μου, την ανέβασα στη μηχανή, ούτε εγώ ξέρω με ποιόν τρόπο, και την πήγα στη διασταύρωση στη Ραφήνα, απ’ όπου την πήρε ο γιός της».

«Δεν έχω τέτοια εντολή. Είναι επικίνδυνο»

Φτάνοντας στη διασταύρωση όπου βρισκόταν το μπλόκο, ο Αλέξης Ανδρονόπουλος απευθύνθηκε και πάλι στον αστυνομικό της Τροχαίας. «Του είπα: “O δρόμος για το Μάτι περνάει. Κατεβάστε δυνάμεις να πάρουμε τον κόσμο. Είναι καμένοι και τραυματισμένοι. Χρειάζονται βοήθεια”. Μου απάντησε: “Δεν έχω τέτοια εντολή, είναι επικίνδυνο”. Του είπα ότι κατέβηκα με ένα κοντομάνικο μπλουζάκι και τη μηχανή. Η αστυνομία με στολές και οχήματα μπορεί να κατέβει. Μου απάντησε: “Αυτό είναι δικό μας θέμα”.

Αντιλαμβανόμενος πως δεν μπορεί να περιμένει κάτι, ο κ. Ανδρονόπουλος έφυγε και συνέχισε να βγάζει ανθρώπους από τις φλόγες. Το δρομολόγιο από την διασταύρωση της Ποσειδώνος με την Περικλέους, μέχρι τη διασταύρωση της Ραφήνας το έκανε 18 φορές, μεταφέροντας ανθρώπους όλων των ηλικιών. «Κάθε φορά που έφτανα στη διασταύρωση που βρισκόταν το μπλόκο, έλεγα στους αστυνομικούς που βρίσκονταν στο μπλόκο. “Παιδιά με βλέπετε ότι πηγαινοέρχομαι τόσες ώρες, κατεβάστε δυνάμεις, είναι ντροπή. Ο δρόμος περνάει”. Μάλιστα ήρθε ένας φίλος μου και περάσαμε από το μπλόκο με το αυτοκίνητό του. Πήραμε μερικούς ανθρώπους και τους βγάλαμε στη Ραφήνα. Μετά ήρθε ένα αγροτικό και πήραμε ακόμη έναν παππού. Ψάχναμε να βρούμε ότι τρόπο είχαμε και σε όλη αυτή την ώρα, από τις 21:00 μέχρι τις 03:00 περίπου, που σταμάτησα να ανεβοκατεβαίνω, δεν πλησίασε κανένα όχημα της αστυνομίας. Σε αυτές τις έξι ώρες, είδα δύο Πυροσβεστικά και ένα ασθενοφόρο μέσα στο Μάτι. Αν είχαν κατέβει θα είχαν γλιτώσει πολύ κόσμο. Δεν υπήρχε καμία συνεννόηση».

«Δεν προβλέπεται να καλέσουμε εμείς»

Σε μια από τις διαδρομές που έκανε, ο Αλέξης Ανδρονόπουλος συνάντησε το μοναδικό ασθενοφόρο έξω από το ξενοδοχείο RAMADA. Είχε φτάσει εκεί για άλλο περιστατικό «Κουβαλούσα δύο ηλικιωμένους και πλησίασα να ρωτήσω αν μπορούν να τους βάλουν στο ασθενοφόρο. Μου απάντησαν πως έχουν έρθει για άλλο περιστατικό. Μου είπαν: “Φώναξε άλλο ασθενοφόρο”. Του είπα “Εσείς ρε παιδιά δεν μπορείτε να ειδοποιήσετε ότι θέλουμε ασθενοφόρα εδώ; Να κατέβουν δέκα ασθενοφόρα να πάρουν κόσμο;”. Σε αυτό η απάντησή που πήρα ήταν η εξής: “Δεν προβλέπεται έτσι. Πρέπει να καλέσετε εσείς”. Μου φάνηκε αδιανόητο. Μιλάμε για ένα τοπίο που περνούσαμε πάνω από πτώματα. Προσωπικά πέρασα πάνω από έξι απανθρακωμένους ανθρώπους».

Το ίδιο ασθενοφόρο συνάντησε και ο Φώτης Μαρτίνος, ο οποίος έφτασε επίσης με την μοτοσυκλέτα του από το Χαλάνδρι όπου ζει, καθώς ο γιός του, η σύζυγός του και η πεθερά του βρίσκονταν στο εξοχικό τους την ημέρα της πυρκαγιάς. «Το είδα έξω από το ξενοδοχείο. Ζήτησα να έρθουν να βοηθήσουν και μου είπαν ότι βρίσκονταν εκεί για κάποιο άλλο περιστατικό. Τους είπα “Αφού πέρασα με τη μηχανή μπορούν να περάσουν κι άλλα ασθενοφόρα, ειδοποιήστε το κέντρο”. Η απάντησή τους ήταν “Άμα θες πάρε εσύ το 166”.

«Αν θες τηλεφώνησε εσύ, εγώ δεν ξέρω κάτι τέτοιο»

O Φώτης Μαρτίνος, όταν έμαθε για την πυρκαγιά, επικοινώνησε με την σύζυγό του και τον γιό του, ο οποίος του είπε πως θα βουτήξει στη θάλασσα. Ο ίδιος έφτασε στην διασταύρωση της Ραφήνας περίπου στις 19:00. «Συνάντησα έναν αξιωματικό της Αστυνομίας. Του είπα πως στη θάλασσα υπάρχουν εγκλωβισμένοι άνθρωποι και τον παρακάλεσα να πάρει το λιμεναρχείο να ειδοποιήσει. Μου είπε: “Ποιος σου είπε εσένα ότι υπάρχουν εγκλωβισμένοι στη θάλασσα;” Του εξήγησα πως έχω μιλήσει με τον γιό μου. “Αν θες πάρε εσύ τηλέφωνο, εγώ δεν ξέρω κάτι τέτοιο” μου απάντησε».

Καταφέρνοντας να περάσει το μπλόκο, ο κ. Μαρτίνος έφτασε στην παραλία στο Μάτι, πήρε τον γιό του με τη μοτοσυκλέτα και τον μετέφερε στη διασταύρωση της Ραφήνας όπου έψαξε να βρει ένα ασθενοφόρο. Στη συνέχεια ξαναμπήκε στο Μάτι και ανέβασε μαζί στην μοτοσυκλέτα την σύζυγο του και την πεθερά του, η οποία είχε εγκαύματα. «Έφυγε από ένα άλλο διαμέρισμα με μια φίλη της, η οποία κάηκε και δεν κατάφερε να φτάσει στη θάλασσα». Αφού άφησε τις δύο γυναίκες στη διασταύρωση της Ραφήνας, απευθύνθηκε ξανά στον αστυνομικό της Τροχαίας. «Κατεβάστε δυνάμεις ο δρόμος περνάει. Έχω πάει και έχω έρθει δύο φορές με τη μηχανή». Η απάντηση που πήρε ήταν: «Αν θες, να πας να καείς εσύ».

Εκείνη την ώρα άρχισε να καλεί τα τηλέφωνα έκτακτης ανάγκης. «Στις 21:50 ακριβώς έκανα κλήση στο 166. Ήμουν για ώρα στην αναμονή ακούγοντας μουσική και τελικά δεν το σήκωνε κανείς. Κάλεσα το 100 και ήταν μονίμως κατειλημμένο. Κάλεσα το 199 και δεν απάντησε κανείς» λέει ο Φώτης Μαρτίνος.

Οι δύο άνδρες, που κατάφεραν με τις μοτοσυκλέτες τους να σώσουν όσες ζωές μπορούσαν, καταλήγουν πως αν υπήρχε στοιχειώδης συντονισμός, οχήματα της Πυροσβεστικής, της Αστυνομίας και ασθενοφόρα, θα μπορούσαν να είχαν φτάσει μέχρι την παραλία στο Μάτι, όπου εκείνοι μαζί με άλλους κατοίκους προσπαθούσαν με τα δικά τους μέσα να βγάλουν ανθρώπους από τη φωτιά.